Μουσεία · Uncategorized

Η Σφαγή της Χίου- Ευγένιος Ντελακρουά

Ευγένιος Ντελακούα και ένα από τα έργα του: Η Σφαγή της Χίου.

Ο πίνακας αυτός το 1824 πήρε το Χρυσό Μετάλλιο Δευτέρας Τάξεως και σήμερα κοσμεί το μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι. Σ’ αυτόν απεικονίζεται η τουρκική θηριωδία στο νησί της Χίου, όπου 20.000 άνθρωποι σφαγιάστηκαν, η πόλη και τα χωριά καταστράφηκαν και αφανίστηκε σχεδόν όλος ο πληθυσμός του νησιού. Αυτός ο πίνακας αποτέλεσε μοχλό ανατροπής της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης προς την αξία του αγώνα των Ελλήνων για την ελευθερία. Ο Ντελακρουά, έχοντας επηρεαστεί από τη βάρβαρη σφαγή και την ανείπωτη ανθρώπινη τραγωδία αυτού του ιστορικού γεγονότος, ζωγραφίζει αυτόν τον συγκλονιστικό πίνακα, καταφέρνοντας να αποδώσει τίτλο τιμής στην Ελληνική Επανάσταση, στην οποία φαίνεται να συμμετείχε πνευματικά και ιδεολογικά.

Επιπρόσθετα, αν κάποιος λάβει υπόψη τις κριτικές της εποχής, διαπιστώνει ότι το στρατόπεδο των ρομαντικών και φιλελλήνων χαιρέτησε με ενθουσιασμό και επιδοκίμασε περισσότερο την τεχνική επίδοση και την τολμηρή σύνθεση από ότι το ίδιο το θέμα, που θεωρήθηκε προκλητικό από τη συντηρητική δεξιά.[1] Στις 16 Μαΐου 1823 (ένα χρόνο μετά την καταστροφή της Χίου) σημειώνει ότι: « Αποφάσισα να κάνω για το Salon σκηνές από τις “Σφαγές της Χίου’’[2] και θα ολοκληρώσω το έργο σε περίπου έξι μήνες». Ο Ντελακρουά ανησυχούσε για το συνολικό αποτέλεσμα του έργου και για το αν θα κατάφερνε να απεικονίσει την επική διάσταση των σύγχρονων γεγονότων: «Ο πίνακας μου περιλαμβάνει μια συστροφή, μια ενεργητική κίνηση, που θα πρέπει οπωσδήποτε να ενσωματωθεί». [3]

Από πλευράς σύνθεσης ο πίνακας είναι ένα εξαιρετικό έργο τέχνης και ζωγραφικής αναγνωρισμένο διεθνώς μέχρι και σήμερα, που προκαλεί βαθύτατη αίσθηση τόσο για το υψηλό καλλιτεχνικό του επίπεδο και την αριστουργηματική του σύνθεση όσο και για την απόδοση των μορφών του. Οργανώνεται κατά ύψος δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο επίπεδα και βάθος, ενώ δεν απουσιάζει η  χρωματική ένταση στο τοπίο που εκτείνεται έως τον ορίζοντα. Σε πρώτο επίπεδο, φωτίζει και τονίζει στο θεατή τα θύματα της καταστροφής. Οι θήτες δε φωτίζονται. Πιο συγκριμένα στον πίνακα από τα αριστερά προς τα δεξιά αποτυπώνονται: « δύο αγκαλιασμένα παιδιά ένας αμέτοχος άνδρας με την ενδυμασία του Σουλιώτη, ένα εξουθενωμένο ανδρόγυνο, μια απελπισμένη γυναίκα με απλανές βλέμμα , μια νεκρή μητέρα και πάνω της ένα παιδί που προσπαθεί να θηλάσει, ένας Τούρκος στο άλογο του αρπάζει μία μισόγυμνη Ελληνίδα, έτοιμος να την εκτελέσει. Κοιτάζοντας τα πρόσωπα και τους οργανισμούς πάνω στους οποίους πέφτει το φως, παρατηρεί πως οι εκφράσεις τους είναι μια τέλεια εικόνα του φόβου, εξάντλησης και απελπισίας, η φρίκη του πολέμου παρουσιάζεται στην ημίγυμνη κοπέλα και τη σωματική κόπωση των ηττημένων Ελλήνων, οι λεπίδες των μαχαιριών είναι εκεί για να τις δούμε επίσης, τα δάκρυα και το αίμα ρέουν από τα όργανα του νεκρού ζευγαριού, οι νικηφόρες δυνάμεις με στολές τους είναι στη σκιά, γεγονός που υποδηλώνει την δυστυχισμένη μοίρα που περιμένει τους αιχμαλώτους, τα εναλλασσόμενα μπαλώματα της σκοτάδι και το φως αποτελούν μια αποκαλυπτική σκηνή – μετά από μια φοβερή μάχη, οι θολές πινελιές ενισχύουν αυτή η εντύπωση της ερήμωσης».[4]

[1] Η ελληνική επανάσταση, Ο Ντελακρουά και οι Γάλλοι ζωγράφοι 1815-1848, 1997, 50

[2] Ημερολόγιο 1823,Helene Grollemund στο Font-Reaulx 2015,176-8

[3] Carolina Brook, «Delacroix», Βιβλιοθήκη Τέχνης – Οι Μεγαλοφυΐες, τόμος 20, National Geographic, 2013.

[4]Ιστοσελίδα του  Μουσείου Λούβρου (Musée du Louvre) http://www.louvre.fr/en/routes/eugene-delacroix

Μερικά βιογραφικά στοιχεία για τον καλλιτέχνη εδώ:

Advertisements